δεκάχαλκον

δεκά-χαλκον, τό,
A coin worth ten χαλκοῖ, = Lat. denarius (worth ten asses), Plu.Cam.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκάχαλκον — δεκάχαλκον, το (Α) νόμισμα ισοδύναμο με δέκα «χαλκούς», με δέκα χάλκινα νομίσματα, το ρωμαϊκό δηνάριο …   Dictionary of Greek

  • δεκάχαλκον — coin worth ten neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • MAJORINA Pecunia — ut et Centenionales, a Constantio prohibita legitur, in Codice Theodosiano: Centenionales quidem (quod centum aereos conficerent, dicti) propter nimiam sui exiguitatem; Maiorina vero, propter nimium pondus. Meminit eius quoque L. sexta de falsa… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.